Ελλάδα, Ρωσία και ενεργειακή στρατηγική της Ε.Ε. στην Ευρασία

 Νότης Μαριάς, Ανεξάρτητος Ευρωβουλευτής, Καθηγητής Θεσμών Ε.Ε. στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Μετά την θορυβώδη τελετή έναρξης της κατασκευής του αγωγού TAP στις 17 Μαΐου, στην ατζέντα της επικείμενης συνάντησης Τσίπρα-Πούτιν στην Αθήνα στις 27 Μαΐου, κεντρικό χαρακτήρα αναμένεται να έχει η Ενέργεια, ως είθισται άλλωστε τα τελευταία χρόνια. Το γεγονός αποτελεί λοιπόν μία καλή αφορμή για να επανεξεταστεί η θέση της Ελλάδας στην ευρύτερη στρατηγική απεγκλωβισμού των μεγάλων ενεργειακών κοιτασμάτων της Ευρασίας που επιχειρεί η Ε.Ε. αλλά και οι ευκαιρίες που διαθέτει η χώρα μας εάν ακολουθήσει μία πολύπλευρη διπλωματία.

Στο «Μεγάλο Παιχνίδι» της Ευρασίας, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δρούσαν ανέκαθεν ωφελιμιστικά και ανταγωνιστικά, ενώ η Ρωσία αντιμετωπίζονταν πάντοτε με καχυποψία, σαν μία δύναμη που θα έπρεπε να περιοριστεί ή / και να παρακαμφθεί. Πρόσφατη Έκθεση με τίτλο «Εφαρμογή και επανεξέταση της στρατηγικής ΕΕ-Κεντρικής Ασίας» που υπερψηφίστηκε στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Απριλίου επιβεβαιώνει αυτή τη γεωπολιτική κατεύθυνση. Μια Έκθεση την οποία καταψηφίσαμε από την πλευρά μας καθώς είχε ως βασικό στόχο την επαναφορά της γνωστής ψυχροπολεμικής πολιτικής του containment κατά της Ρωσίας.

Η Ενέργεια προσεγγίζεται συχνά από τους ευρωπαίους και αμερικάνους αναλυτές, σαν διπλωματικό όπλο στα χέρια της ρωσικής ηγεσίας, καθώς η Ρωσία αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα υδρογονανθράκων στον κόσμο. Χωρίς να συζητήσουμε την προηγούμενη πρόταση, της οποίας η ορθότητα μπορεί να αμφισβητηθεί (ειδικά εάν κοιτάξει κανείς την εξάρτηση της ρωσικής οικονομίας από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων που περιορίζει τις δυνατότητες ελιγμού της Ρωσίας), μπορούμε να σταθούμε μία στιγμή στις επιπτώσεις της, που δεν είναι άλλες από την πληθώρα σχεδίων αγωγών για τον απεγκλωβισμό του πετρελαίου και φυσικού αερίου των κρατών της Κεντρικής Ασίας, ώστε να μειωθεί η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης. Από καιρό άλλωστε είναι γνωστή η στρατηγική της Ε.Ε. για τη δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών για το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο που εισάγεται στην Ευρώπη.

Τα σχέδια αυτά υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό η κινητήριος δύναμη των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και διπλωματικών αποστολών της Ε.Ε. στην περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο, επειδή δεν είναι η διπλωματία αλλά οι νόμοι της αγοράς που καθορίζουν την τιμή της ενέργειας, τα περισσότερα από αυτά τα σχέδια ήταν οικονομικά μη-βιώσιμα, με αποτέλεσμα να μην τελεσφορήσουν.

Ταυτόχρονα, οι ηγεσίες των χωρών της Ε.Ε. βρέθηκαν στην έκθετη θέση να υποστηρίζουν αμφιλεγόμενους ηγέτες και αντιδημοκρατικά καθεστώτα. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η στήριξη που έδωσαν στην υποκινούμενη από ακροδεξιά στοιχεία εξέγερση του Μαϊντάν στην Ουκρανία το 2014.

Η επανεξέταση της ευρωπαϊκής στρατηγικής στην Κεντρική Ασία θεωρείται λοιπόν στην παρούσα συγκυρία σημαντική. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αποτελεί επανεξέταση των στόχων, παρά μόνο των τρόπων επίτευξής τους. Στην πραγματικότητα, η εν λόγω επανεξέταση αποτελεί την προσαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής στις πρόσφατες εξελίξεις των ευρω-ρωσικών σχέσεων και στην μεγάλης κλίμακας αναδίπλωση που επιχειρείται στη Δύση. Συνεπώς, οι ζημιογόνες ρήξεις συνεχίζονται σε σημείο που το οικονομικό συμφέρον δεν αρκεί για να εξηγήσει τις ευρωπαϊκές θέσεις, ενώ το διεθνές περιβάλλον γίνεται ολοένα και πιο δύσκολα προβλέψιμο.

Η Λιθουανία για παράδειγμα, εγκαινίασε το 2015 το νέο τερματικό σταθμό εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου, που ονομάστηκε, όχι τυχαία, Ελευθερία. Ενώ οι νέες εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου επιτρέπουν στη Λιθουανία να ανεξαρτητοποιείται από τις εισαγωγές ρωσικού αερίου, το προϊόν κοστίζει πιο ακριβά και δημιουργεί προβλήματα στην εσωτερική αγορά.

Αντίστροφα, την ίδια ώρα που η κυρία Μέρκελ διαβεβαίωνε ότι δεν θα εγκαταλείψει την Ουκρανία, οι γερμανικές εταιρείες, μαζί με άλλες ευρωπαϊκές πολυεθνικές, έκλειναν με την Gazprom τη συμφωνία για τον διπλασιασμό του δυναμικού του Nord Stream. Το έπραξαν αυτό διότι το θεώρησαν φθηνότερη λύση. Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, το σχέδιο έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις, μεταξύ άλλων, και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου ευρωβουλευτές, κυρίως προερχόμενοι από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οργανώνουν σωρηδόν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ενάντια στο Nord Stream II, όπως αποκαλείται το συγκεκριμένο σχέδιο.

 

Ο αγωγός Nord Stream, χωρικά και διεθνή ύδατα στην Βαλτική

 

Nord Stream

Πηγή:Reuters, 2016.

*  *

Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η ελληνική στρατηγική οφείλει να χαραχτεί με ιδιαίτερη προσοχή. Αφενός μεν, μακροσκοπικά, η απομάκρυνση της Ρωσίας από τα τεκταινόμενα στην Ευρώπη πλήττει τα συμφέροντα της Ελλάδας. Αυτό συμβαίνει καθώς με τη Ρωσία μοιραζόμαστε κοινούς γεωπολιτικούς και πολιτισμικούς ορίζοντες, πράγμα που καθιστά και τις προοπτικές των οικονομικών μας σχέσεων ανθηρές. Αφετέρου όμως, το μέλλον των σχέσεων αυτών δεν εξαρτάται μόνο από τη βούληση των ελληνικών κυβερνήσεων. Αυτές, εάν αποφασίσουν να παίξουν τον ρόλο τους, οφείλουν να βρίσκουν τρόπους ώστε να εκμεταλλεύονται με τον καλύτερο τρόπο τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται σε κάθε συγκυρία, χωρίς ταυτόχρονα να θυσιάζουν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας μας.

Στην περίπτωση των αγωγών φυσικού αερίου, φερειπείν, τυχόν απόρριψη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της συμβατότητας του επικείμενου διπλασιασμού του Nord Stream με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, θα αναβαθμίσει εκ νέου το σχέδιο του νοτίου αγωγού South Stream, αφού διακαής στόχος της Gazprom είναι οι εξαγωγές φυσικού αερίου να παρακάμπτουν την Ουκρανία. Άλλωστε, η Gazprom, που διαθέτει το μονοπώλιο των εξαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών, έχει δείξει ότι θέλει να διατηρήσει στο τραπέζι την επιλογή της Νότιας διαδρομής. Γι’ αυτό έσπευσε στις 24 Φεβρουαρίου 2016 να υπογράψει συνεργασία με την ιταλική Edison και τη ΔΕΠΑ, που αναζωογονεί πολλά σχέδια στην περιοχή μετά από μία μακρά περίοδο καθήλωσης, που προκάλεσε κυρίως η ρωσο-τουρκική διπλωματική αντιπαράθεση γύρω από τον πόλεμο στη Συρία. Κυρίως, ξαναφέρνει στην επικαιρότητα το σχέδιο IGI, δηλαδή ενός αγωγού που συνδέει την Ελλάδα με την Ιταλία μέσω θαλάσσης και ο οποίος προορίζονταν να γίνει η νότια διακλάδωση του αγωγού South Stream.

Σε περιβάλλον αβεβαιότητας είναι πράγματι δύσκολο να ολοκληρωθούν τέτοιου τύπου έργα και οι στρατηγικοί επενδυτές προτιμούν να διαθέτουν περισσότερες από μία επιλογές. Ένα συστηματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, για παράδειγμα, τα σχέδια διεθνών αγωγών, είναι αυτό της χρηματοδότησης: εάν αναλογιστεί κανείς, ότι το κόστος του South Stream κυμαίνεται από 15 έως και 60 δισ. δολάρια, καταλαβαίνει ότι η αναζήτηση κεφαλαίων είναι θεμελιώδεις για την διεκπεραίωσή του.

Δυστυχώς όμως, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Ε.Ε., που επιχειρεί τον περιορισμό των συμβολαίων παροχής φυσικού αερίου μακράς διάρκειας και την αντικατάστασή τους από χρηματιστηριακές αγορές αερίου και προθεσμιακά συμβόλαια, όπου οι τιμές αλλάζουν μέρα με τη μέρα, δεν μπορούν να εγγυηθούν στους δυνητικούς επενδυτές την απόδοση των κεφαλαίων τους. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για αγορές φυσικού αερίου που δεν έχουν φτάσει στο στάδιο ωριμότητάς τους (όπως είναι αυτές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης) και σε μία περίοδο χαμηλών τιμών των υδρογονανθράκων (που όπως φαίνεται θα συνεχιστεί).

Με άλλα λόγια, ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να διεκδικήσει η κυβέρνηση επίμονα, είναι η αναβολή της απελευθέρωσης της ελληνικής αγοράς που θα σκοτώσει τις επενδύσεις στον τομέα. Ταυτόχρονα πρέπει να διεκδικήσει εξαίρεση αυτών των σχεδίων από την Υποχρεωτική Πρόσβαση Τρίτων (Third Party Access), όπως έκανε και η Γερμανία στην περίπτωση του Nord Stream, τον οποίο χρησιμοποιεί αποκλειστικά η Gazprom.

Την ίδια στιγμή η Ελλάδα μπορεί να μεταβληθεί στον κατ’ εξοχήν μεσολαβητή μεταξύ των δυνητικών παρόχων, ώστε να μην πάει ανεκμετάλλευτη η σημερινή συγκυρία αναθέρμανσης των σχέσεων Ευρώπης-Ιράν. Τυχόν συμμετοχή του Ιράν στον αγωγό TAP εξασφαλίζει την μακροχρόνια οικονομική βιωσιμότητά του και του δίνει τη δυνατότητα να πολλαπλασιάσει τη χωρητικότητά του και να μετατραπεί σε μείζονα διεθνή άξονα μεταφοράς αερίου.

Στο μέλλον η χώρα μας θα μπορούσε να μεσολαβήσει και για ρωσική συμμετοχή στον αγωγό αυτόν. Έτσι θα μπορούσε για παράδειγμα η Gazprom να υπερβεί το νομικό εμπόδιο της Υποχρεωτικής Πρόσβασης Τρίτων μέρους. Ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτόν η Ελλάδα μπορεί να μετατραπεί σε κορωνίδα της ενεργειακής συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας-Ιράν-Αζερμπαϊτζάν, γεγονός που θα αναβαθμίσει σημαντικά τη γεωπολιτική της θέση.

Είναι σημαντικό να έχουμε στο νου μας ότι σε αυτό το παιχνίδι για τον ενεργειακό κόμβο της περιοχής, η Ελλάδα ανταγωνίζεται την Τουρκία, η οποία έχει εδώ και πολύ καιρό εκφράσει τη διάθεσή της να προσελκύσει ποικίλα σχέδια αγωγών στο έδαφός της. Όμως, οι γεωπολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν στη Συρία και η επιμονή της κυβέρνησης Ερντογάν να στηρίζει τις ομάδες σουνιτών ισλαμιστών της αντιπολίτευσης, την φέρνουν αντιμέτωπη τόσο με το Ιράν όσο και με τη Ρωσία, με αποτέλεσμα η ενεργειακή συνεργασία με τις χώρες αυτές να βρίσκεται στον αέρα.

Αυτό οδηγεί την τουρκική ηγεσία να κινητοποιήσει εκ νέου τον πατροπαράδοτο Παν-τουρκισμό, που αποτελεί μια κεμαλική εκδοχή του ιμπεριαλισμού στην Κεντρική Ασία. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το ταξίδι του Ερντογάν στο Τουρκμενιστάν, τον περασμένο Δεκέμβριο, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των Τουρκμένων στον αγωγό TANAP (ο οποίος αναμένεται να τροφοδοτεί τον TAP).

 

Τα ανταγωνιστικά σχέδια του Νοτίου Διαδρόμου: TANAP-TAP και Turkish Stream

 

TANAP-TAP και Turkish Stream

Πηγή: americanprogress.org

 

Η στρατηγική των πολλαπλών νότιων ενεργειακών διαδρόμων και το πέρασμά τους από την Ελλάδα είναι κομβικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και πρέπει να αποτελέσει μία από τις βασικές προτεραιότητες της Ένωσης σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Με τις εξελίξεις στο Ιράν, την κατασκευή του TAP, την αναζωογόνηση του IGI, αλλά και την ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων στις ΑΟΖ Αιγύπτου, Ισραήλ, Κύπρου και φυσικά με τα κοιτάσματα της ίδιας της Ελλάδας, το ενεργειακό πλαίσιο στην ευρύτερη περιοχή αλλάζει άρδην.

Η Ελλάδα πρέπει να αποτελέσει στρατηγικό ενεργειακό κόμβο και πύλη εισόδου στη νέα αρχιτεκτονική αξιοποιώντας τα ενεργειακά αποθέματά της, μακριά όμως απ’ την κηδεμονία της τρόικας και των δανειστών, με μόνο γνώμονα το όφελος του λαού μας και την ευημερία του. Για την επίτευξη των παραπάνω πρέπει να χαραχθεί μια Ελληνική αυτόνομη, Ευρασιατική ατζέντα, με πραγματισμό αλλά και βάθος χρόνου, υπηρετώντας πάντοτε τα εθνικά μας συμφέροντα και τους μακρόπνοους στόχους της Πατρίδας μας. Και η επίσκεψη Πούτιν στην Αθήνα θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία.

epikaira1_31_5_2016

epikaira2_31_5_2016

epikaira3_31_5_2016

Μπορεί επίσης να σας ενδιαφέρουν...

EnglishfrenchitalyGermanSpainrussiapoland